Греческий словарь
с грамматикой

επιθεωρητής

[epiθeoˈritis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
инспектор, проверяющий
inspector, examiner · επιθεωρητής της αστυνομίας — полицейский инспектор
2
ревизор, надзиратель
supervisor, overseer · επιθεωρητής του σχολείου — школьный надзиратель

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο επιθεωρητής
вин.
τον επιθεωρητή
род.
του επιθεωρητή
зват.
επιθεωρητή
Мн. ч.
им.
οι επιθεωρητές
вин.
τους επιθεωρητές
род.
των επιθεωρητών
зват.
επιθεωρητές

Примеры

Ο επιθεωρητής ελέγχει τα έγγραφα της εταιρείας.
Инспектор проверяет документы компании. · The inspector examines the company's documents.
Την Τρίτη έρχεται ένας επιθεωρητής στο σχολείο μας.
В среду к нам в школу приходит инспектор. · On Tuesday an inspector is coming to our school.
Οι επιθεωρητές βρήκαν παραβάσεις στη λειτουργία του εργοστασίου.
Инспекторы обнаружили нарушения в работе завода. · The inspectors found violations in the factory's operation.