επιθεωρητάς
[epiθeoˈriti.tas]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
инспектор, ревизор
inspector, auditor · επιθεωρητάς εργασίας — инспектор по труду
2
зритель, наблюдатель
spectator, observer · επιθεωρητάς της συναυλίας — зритель концерта
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο επιθεωρητάς
вин.
τον επιθεωρητή
род.
του επιθεωρητή
зват.
επιθεωρητά
Мн. ч.
им.
οι επιθεωρητές
вин.
τους επιθεωρητές
род.
των επιθεωρητών
зват.
επιθεωρητές
Примеры
Ο επιθεωρητάς ελέγχει τα αρχεία της εταιρείας.
Инспектор проверяет документы компании. · The inspector checks the company's files.
Την επόμενη εβδομάδα θα έρθει ένας επιθεωρητής από το υπουργείο.
На следующей неделе приедет инспектор из министерства. · Next week an inspector from the ministry will come.
Οι επιθεωρητές του αγώνα παρακολουθούσαν προσεκτικά τα γεγονότα.
Наблюдатели матча внимательно следили за событиями. · The observers of the match were carefully monitoring the events.