Греческий словарь
с грамматикой

επιθετικότητα

[epiθetiˈkotita]существительноеη · женский родB2

Значения

1
агрессивность, агрессивное поведение
aggressiveness, aggressive behaviour · συμπεριφορά με επιθετικότητα — поведение с агрессивностью
2
враждебность, враждебное отношение
hostility, hostile attitude · επιθετικότητα απέναντι σε κάποιον — враждебность по отношению к кому-то

Грамматика

Ед. ч.
им.
η επιθετικότητα
вин.
την επιθετικότητα
род.
της επιθετικότητας
зват.
επιθετικότητα
Мн. ч.
им.
οι επιθετικότητες
вин.
τις επιθετικότητες
род.
των επιθετικοτήτων
зват.
επιθετικότητες

Примеры

Η επιθετικότητα των ποδοσφαιριστών ήταν ορατή.
Агрессивность футболистов была очевидна. · The aggressiveness of the footballers was obvious.
Δεν ανέχεται την επιθετικότητα σε κανέναν.
Она не терпит враждебности по отношению к кому бы то ни было. · She doesn't tolerate hostility towards anyone.
Η επιθετικότητά του αυξήθηκε μετά το γεγονός.
Его агрессивность возросла после этого события. · His aggression increased after the incident.