Греческий словарь
с грамматикой

επιζώ

[epiˈzo]глаголB1

Значения

1
выживать, остаться в живых
to survive, to stay alive · επιζώ μετά από ατύχημα — выжить в результате аварии
2
продолжать жить, существовать
to live on, to continue to exist · η παράδοση επιζεί — традиция продолжает существовать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιζώ
εσύ
επιζείς
αυτός
επιζεί
εμείς
επιζούμε
εσείς
επιζείτε
αυτοί
επιζούν
Аорист
εγώ
επέζησα
εσύ
επέζησες
αυτός
επέζησε
εμείς
επεζήσαμε
εσείς
επεζήσατε
αυτοί
επέζησαν
Будущее
εγώ
θα επιζήσω
εσύ
θα επιζήσεις
αυτός
θα επιζήσει
εμείς
θα επιζήσουμε
εσείς
θα επιζήσετε
αυτοί
θα επιζήσουν

Примеры

Πολλοί άνθρωποι επέζησαν του σεισμού.
Многие люди выжили в землетрясении. · Many people survived the earthquake.
Η γλώσσα μας επιζεί χάρη στις παραδόσεις.
Наш язык продолжает существовать благодаря традициям. · Our language lives on thanks to traditions.
Δεν είναι βέβαιο ότι θα επιζήσει το φυτό.
Неясно, выживет ли растение. · It's uncertain whether the plant will survive.