Греческий словарь
с грамматикой

επιζάω

[epiˈzao]глаголB2

Значения

1
выживать, оставаться в живых
to survive, to remain alive · επιζάει μετά από ατύχημα — выживает после несчастного случая
2
жить дальше, продолжать жизнь (после потери)
to live on, to continue living (after loss) · επιζάει χωρίς τον σύζυγό της — живет дальше без своего мужа

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιζάω
εσύ
επιζάς
αυτός
επιζάει
εμείς
επιζάμε
εσείς
επιζάτε
αυτοί
επιζάνε
Аорист
εγώ
επέζησα
εσύ
επέζησες
αυτός
επέζησε
εμείς
επεζήσαμε
εσείς
επεζήσατε
αυτοί
επέζησαν
Будущее
εγώ
θα επιζήσω
εσύ
θα επιζήσεις
αυτός
θα επιζήσει
εμείς
θα επιζήσουμε
εσείς
θα επιζήσετε
αυτοί
θα επιζήσουν

Примеры

Πολλοί επέζησαν του σεισμού χάρη στην τύχη.
Многие пережили землетрясение благодаря удаче. · Many survived the earthquake thanks to luck.
Η μητέρα επιζάει μόνη μετά τον θάνατό του.
Мать живет одна после его смерти. · The mother lives on alone after his death.
Θα επιζήσουν και θα πούν την ιστορία τους.
Они выживут и расскажут свою историю. · They will survive and tell their story.
Επίζα δύσκολα χρόνια, αλλά ποτέ δεν παραιτήθηκα.
Я пережил трудные времена, но никогда не сдавался. · I lived through difficult times, but never gave up.