επιδρώ
[epiˈðro]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
воздействовать, оказывать влияние
to act upon, to have an effect on · επιδρά στην υγεία — воздействует на здоровье
2
влиять, воздействовать (на что-либо или кого-либо)
to influence · το περιβάλλον επιδρά στη συμπεριφορά — окружающая среда влияет на поведение
Грамматика
Настоящее время
εγώ
επιδρώ
εσύ
επιδράς
αυτός
επιδρά
εμείς
επιδράμε
εσείς
επιδράτε
αυτοί
επιδρούν
Аорист
εγώ
επέδρασα
εσύ
επέδρασες
αυτός
επέδρασε
εμείς
επεδράσαμε
εσείς
επεδράσατε
αυτοί
επέδρασαν
Будущее
εγώ
θα επιδράσω
εσύ
θα επιδράσεις
αυτός
θα επιδράσει
εμείς
θα επιδράσουμε
εσείς
θα επιδράσετε
αυτοί
θα επιδράσουν
Примеры
Το κλίμα επιδρά σημαντικά στην παραγωγή.
Климат значительно влияет на производство. · The climate significantly affects production.
Η ποιότητα του νερού επιδράει στην υγεία των ανθρώπων.
Качество воды воздействует на здоровье людей. · Water quality impacts people's health.
Πολλοί παράγοντες επέδρασαν στη διακοπή του έργου.
На прекращение работ повлияло множество факторов. · Many factors contributed to the suspension of the work.