Греческий словарь
с грамматикой

επιδραματικός

[epiðramatiˈkos]прилагательноеC1

Значения

1
театральный, сценический, относящийся к драме
dramatic, theatrical, relating to drama · επιδραματική τέχνη — драматическое искусство
2
напыщенный, театральный (в поведении)
theatrical, affected, histrionic (in manner) · επιδραματική συμπεριφορά — театральное поведение

Грамматика

мужской род
им.
επιδραματικός
вин.
επιδραματικό
род.
επιδραματικού
зват.
επιδραματικέ
женский род
им.
επιδραματική
вин.
επιδραματική
род.
επιδραματικής
зват.
επιδραματική
средний род
им.
επιδραματικό
вин.
επιδραματικό
род.
επιδραματικού
зват.
επιδραματικό

Примеры

Η επιδραματική ποίηση ήταν δημοφιλής στην αρχαιότητα.
Драматическая поэзия была популярна в древности. · Dramatic poetry was popular in antiquity.
Αυτή η επιδραματική τεχνική κυριαρχούσε στο θέατρο του δέκατου ένατου αιώνα.
Эта театральная техника господствовала в театре девятнадцатого века. · This dramatic technique dominated nineteenth-century theater.
Οι επιδραματικοί του τόνοι κάνουν δύσκολη τη συζήτηση.
Его театральные интонации затрудняют обсуждение. · His theatrical tones make discussion difficult.