Греческий словарь
с грамматикой

επιδιώκω

[epidˈio̞ko]глаголB2

Значения

1
добиваться, стремиться к чему-л., преследовать цель
to seek, to pursue, to strive for · επιδιώκω το όνειρό μου — добиваюсь своей мечты
2
преследовать в судебном порядке, возбуждать дело против
to prosecute, to bring charges against · επιδιώκω κάποιον για έγκλημα — преследую кого-л. за преступление

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιδιώκω
εσύ
επιδιώκεις
αυτός
επιδιώκει
εμείς
επιδιώκουμε
εσείς
επιδιώκετε
αυτοί
επιδιώκουν
Аорист
εγώ
επεδίωξα
εσύ
επεδίωξες
αυτός
επεδίωξε
εμείς
επεδιώξαμε
εσείς
επεδιώξατε
αυτοί
επεδίωξαν
Будущее
εγώ
θα επιδιώξω
εσύ
θα επιδιώξεις
αυτός
θα επιδιώξει
εμείς
θα επιδιώξουμε
εσείς
θα επιδιώξετε
αυτοί
θα επιδιώξουν

Примеры

Επιδιώκει μια σταδιοδρομία στην τέχνη.
Он стремится к карьере в искусстве. · He is pursuing a career in art.
Οι αρχές επεδίωξαν τον ύποπτο για το έγκλημα.
Власти возбудили дело против подозреваемого. · The authorities prosecuted the suspect for the crime.
Επιδιώκουμε τους στόχους της εταιρείας με αποφασιστικότητα.
Мы добиваемся целей компании с решимостью. · We are pursuing the company's goals with determination.
Θα επιδιώξει το δικαίωμά της ενώπιον του δικαστηρίου.
Она будет отстаивать своё право в суде. · She will pursue her right in court.