Греческий словарь
с грамматикой

επιδιορθώνω

[epiðjoˈrθono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
исправлять, чинить (то, что уже было отремонтировано или переделано)
to repair or fix again; to correct or improve something already done · επιδιορθώνω ένα λάθος — исправляю ошибку
2
улучшать, совершенствовать
to improve, to refine · επιδιορθώνω την κατάσταση — улучшаю ситуацию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιδιορθώνω
εσύ
επιδιορθώνεις
αυτός
επιδιορθώνει
εμείς
επιδιορθώνουμε
εσείς
επιδιορθώνετε
αυτοί
επιδιορθώνουν
Аорист
εγώ
επιδιόρθωσα
εσύ
επιδιόρθωσες
αυτός
επιδιόρθωσε
εμείς
επιδιορθώσαμε
εσείς
επιδιορθώσατε
αυτοί
επιδιόρθωσαν
Будущее
εγώ
θα επιδιορθώσω
εσύ
θα επιδιορθώσεις
αυτός
θα επιδιορθώσει
εμείς
θα επιδιορθώσουμε
εσείς
θα επιδιορθώσετε
αυτοί
θα επιδιορθώσουν

Примеры

Ο τεχνικός επιδιόρθωσε την οθόνη του υπολογιστή.
Техник исправил монитор компьютера. · The technician fixed the computer monitor.
Θα επιδιορθώσουμε τα προβλήματα του έργου αύριο.
Завтра мы исправим проблемы проекта. · We will correct the project's problems tomorrow.
Επιδιορθώνει συνεχώς τις σημειώσεις του.
Он постоянно совершенствует свои записи. · He constantly refines his notes.