επιδερμίδα
[epiderˈmida]существительноеη · женский родB1
Значения
1
эпидермис, верхний слой кожи
epidermis, outer layer of skin · το εξωτερικό στρώμα του δέρματος — внешний слой кожи
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επιδερμίδα
вин.
την επιδερμίδα
род.
της επιδερμίδας
зват.
επιδερμίδα
Мн. ч.
им.
οι επιδερμίδες
вин.
τις επιδερμίδες
род.
των επιδερμίδων
зват.
επιδερμίδες
Примеры
Η επιδερμίδα προστατεύει το σώμα από τα μικρόβια.
Эпидермис защищает тело от микробов. · The epidermis protects the body from microbes.
Όταν κάνει ήλιο, την επιδερμίδα πρέπει να προστατεύσουμε.
Когда светит солнце, нужно защищать кожу. · When it's sunny, we need to protect our skin.
Τα κύτταρα της επιδερμίδας ανανεώνονται συνεχώς.
Клетки эпидермиса постоянно обновляются. · The cells of the epidermis are constantly renewing.