επιδεξιότητα
[epideksiˈoːta]существительноеη · женский родB2
Значения
1
ловкость, проворство, умение; дефтность движений
dexterity, skill, adroitness; manual nimbleness · η επιδεξιότητα του χειρουργού — ловкость хирурга
2
находчивость, сообразительность; способность быстро среагировать
quick thinking, resourcefulness; ability to act cleverly in difficult situations · επιδεξιότητα στη διαπραγμάτευση — находчивость в переговорах
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επιδεξιότητα
вин.
την επιδεξιότητα
род.
της επιδεξιότητας
зват.
επιδεξιότητα
Мн. ч.
им.
οι επιδεξιότητες
вин.
τις επιδεξιότητες
род.
των επιδεξιοτήτων
зват.
επιδεξιότητες
Примеры
Η επιδεξιότητα του ξυλογλύπτη ήταν εντυπωσιακή.
Ловкость деревянных дел мастера была впечатляющей. · The woodcarver's dexterity was impressive.
Χρειάζεται μεγάλη επιδεξιότητα για να χειριστείς αυτό το όργανο.
Нужна большая ловкость, чтобы управлять этим инструментом. · Great dexterity is needed to operate this instrument.
Με επιδεξιότητα αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόσκληση του αντιπάλου.
С находчивостью он решил принять вызов соперника. · He cleverly decided to accept his opponent's challenge.
Οι επιδεξιότητες που κατέχει είναι σπάνιες στην τέχνη.
Навыки, которыми он обладает, редки в этом искусстве. · The skills he possesses are rare in that art form.