Греческий словарь
с грамматикой

επιδεινώνω

[epidhiˈnono]глаголB2

Значения

1
ухудшать, делать хуже
to make worse, to aggravate · επιδεινώνει την κατάσταση — ухудшает ситуацию
2
обострять (конфликт, кризис)
to exacerbate, to intensify (a conflict, crisis) · επιδείνωσε τις διαφορές — обострил противоречия

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιδεινώνω
εσύ
επιδεινώνεις
αυτός
επιδεινώνει
εμείς
επιδεινώνουμε
εσείς
επιδεινώνετε
αυτοί
επιδεινώνουν
Аорист
εγώ
επιδείνωσα
εσύ
επιδείνωσες
αυτός
επιδείνωσε
εμείς
επιδείνωσαμε
εσείς
επιδείνωσατε
αυτοί
επιδείνωσαν
Будущее
εγώ
θα επιδεινώσω
εσύ
θα επιδεινώσεις
αυτός
θα επιδεινώσει
εμείς
θα επιδεινώσουμε
εσείς
θα επιδεινώσετε
αυτοί
θα επιδεινώσουν

Примеры

Η ανεργία επιδεινώνει τα προβλήματα της κοινωνίας.
Безработица усугубляет общественные проблемы. · Unemployment exacerbates society's problems.
Το άγχος επιδείνωσε την κατάστασή του.
Стресс ухудшил его состояние. · Stress made his condition worse.
Δεν θέλουμε να επιδεινώσουμε τη σχέση μας.
Мы не хотим усугубить наши отношения. · We don't want to make our relationship worse.