Греческий словарь
с грамматикой

επιδεικνύω

[ˌepidikˈni]глаголB2

Значения

1
демонстрировать, показывать (с целью произвести впечатление)
to display, to show off, to demonstrate · επιδεικνύει τα κοσμήματά της — она показывает свои украшения напоказ
2
обнаруживать, проявлять (качество, свойство)
to exhibit, to manifest (a quality or ability) · επιδείκνυε μεγάλη σοφία — он проявлял большую мудрость

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιδεικνύω
εσύ
επιδεικνύεις
αυτός
επιδεικνύει
εμείς
επιδεικνύουμε
εσείς
επιδεικνύετε
αυτοί
επιδεικνύουν
Аорист
εγώ
επέδειξα
εσύ
επέδειξες
αυτός
επέδειξε
εμείς
επεδείξαμε
εσείς
επεδείξατε
αυτοί
επέδειξαν
Будущее
εγώ
θα επιδείξω
εσύ
θα επιδείξεις
αυτός
θα επιδείξει
εμείς
θα επιδείξουμε
εσείς
θα επιδείξετε
αυτοί
θα επιδείξουν

Примеры

Ο διευθυντής επέδειξε τις νέες εγκαταστάσεις στους επισκέπτες.
Директор показал новые помещения посетителям. · The director displayed the new facilities to the visitors.
Επιδεικνύει πάντα την πλούσια γνώση της.
Она всегда демонстрирует свои обширные знания. · She always shows off her extensive knowledge.
Ο αθλητής επέδειξε εξαιρετική δύναμη στον αγώνα.
Спортсмен проявил исключительную силу на соревновании. · The athlete exhibited exceptional strength in the competition.
Επιδεικνύονται εδώ τα αρχαία κεραμικά.
Здесь выставляются древние керамические изделия. · Ancient ceramics are displayed here.