Греческий словарь
с грамматикой

επιδείνωση

[epidˈinosi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
ухудшение, усугубление
deterioration, worsening · επιδείνωση της κατάστασης — усугубление ситуации
2
обострение (болезни)
aggravation (of illness) · επιδείνωση των συμπτωμάτων — обострение симптомов

Грамматика

Ед. ч.
им.
η επιδείνωση
вин.
την επιδείνωση
род.
της επιδείνωσης
зват.
επιδείνωση
Мн. ч.
им.
οι επιδεινώσεις
вин.
τις επιδεινώσεις
род.
των επιδεινώσεων
зват.
επιδεινώσεις

Примеры

Η επιδείνωση του καιρού ανάγκασε την ακύρωση της εκδρομής.
Ухудшение погоды вынудило отмену экскурсии. · The worsening of the weather forced the cancellation of the tour.
Παρατηρήθηκε σημαντική επιδείνωση του κλιματικού προβλήματος.
Было отмечено значительное усугубление климатической проблемы. · A significant deterioration of the climate problem was observed.
Οι επιδεινώσεις στην υγεία του ασθενούς έγιναν πιο συχνές.
Обострения здоровья пациента стали более частыми. · The patient's health exacerbations became more frequent.