Греческий словарь
с грамматикой

επιβραδύνω

[epivrˈðino]глаголB2

Значения

1
замедлять, притормаживать
to slow down, to decelerate · επιβραδύνω το αυτοκίνητο — замедляю скорость автомобиля
2
задерживать, откладывать
to delay, to postpone · επιβραδύνω την ανάπτυξη — задерживаю развитие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιβραδύνω
εσύ
επιβραδύνεις
αυτός
επιβραδύνει
εμείς
επιβραδύνουμε
εσείς
επιβραδύνετε
αυτοί
επιβραδύνουν
Аорист
εγώ
επιβράδυνα
εσύ
επιβράδυνες
αυτός
επιβράδυνε
εμείς
επιβραδύναμε
εσείς
επιβραδύνατε
αυτοί
επιβράδυναν
Будущее
εγώ
θα επιβραδύνω
εσύ
θα επιβραδύνεις
αυτός
θα επιβραδύνει
εμείς
θα επιβραδύνουμε
εσείς
θα επιβραδύνετε
αυτοί
θα επιβραδύνουν

Примеры

Ο οδηγός επιβράδυνε το αυτοκίνητό του.
Водитель замедлил ход своего автомобиля. · The driver slowed down his car.
Η κρίση επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη.
Кризис замедляет экономическое развитие. · The crisis is slowing down economic growth.
Θα επιβραδύνουν τα έργα λόγω της βροχής.
Из-за дождя они отложат работы. · They will delay the works because of the rain.
Το φάρμακο επιβράδυνε τη διάδοση της ασθένειας.
Лекарство замедлило распространение болезни. · The medication slowed the disease's spread.