επιβλητικός
[epiˈvlitiˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
внушительный, впечатляющий
impressive, striking, commanding · επιβλητική παρουσία — впечатляющее присутствие
2
грозный, устрашающий
imposing, formidable, awe-inspiring · επιβλητικό κτίριο — грозное здание
Грамматика
мужской род
им.
επιβλητικός
вин.
επιβλητικό
род.
επιβλητικού
зват.
επιβλητικέ
женский род
им.
επιβλητική
вин.
επιβλητική
род.
επιβλητικής
зват.
επιβλητική
средний род
им.
επιβλητικό
вин.
επιβλητικό
род.
επιβλητικού
зват.
επιβλητικό
Примеры
Το κτίριο έχει επιβλητική αρχιτεκτονική.
Здание отличается впечатляющей архитектурой. · The building has striking architecture.
Ο ηγέτης έκανε επιβλητική είσοδο στη σάλα.
Лидер вошёл в зал грозным, внушительным образом. · The leader made an imposing entrance into the hall.
Η επιβλητική του παρουσία επηρέασε όλους.
Его впечатляющее присутствие повлияло на всех. · His commanding presence affected everyone.