Греческий словарь
с грамматикой

επιβλέπω

[epiˈvlepo]глаголB1

Значения

1
надзирать, следить, наблюдать
supervise, oversee, monitor · επιβλέπω τη δουλειά — надзираю за работой
2
присматривать за, ухаживать
look after, care for · επιβλέπει τα παιδιά — присматривает за детьми

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιβλέπω
εσύ
επιβλέπεις
αυτός
επιβλέπει
εμείς
επιβλέπουμε
εσείς
επιβλέπετε
αυτοί
επιβλέπουν
Аорист
εγώ
επέβλεψα
εσύ
επέβλεψες
αυτός
επέβλεψε
εμείς
επεβλέψαμε
εσείς
επεβλέψατε
αυτοί
επέβλεψαν
Будущее
εγώ
θα επιβλέψω
εσύ
θα επιβλέψεις
αυτός
θα επιβλέψει
εμείς
θα επιβλέψουμε
εσείς
θα επιβλέψετε
αυτοί
θα επιβλέψουν

Примеры

Ο δάσκαλος επιβλέπει τα παιδιά στο δημοτικό.
Учитель надзирает за детьми в начальной школе. · The teacher supervises the children at primary school.
Θα επιβλέψω τον έργο μέχρι το τέλος.
Я буду следить за работой до конца. · I will oversee the project until the end.
Επέβλεψε πολύ προσεκτικά τη διαδικασία.
Она очень внимательно наблюдала за процессом. · She carefully monitored the procedure.