Греческий словарь
с грамматикой

επιβιβάζω

[epiviˈvazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
посаживать (на транспортное средство), заводить
to board, to put on (a ship, plane, bus) · επιβιβάζω επιβάτες στο πλοίο — посаживать пассажиров на корабль
2
взгромождать, взваливать на спину
to load onto, to place upon · επιβιβάζω φορτίο στο άλογο — взваливать груз на лошадь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιβιβάζω
εσύ
επιβιβάζεις
αυτός
επιβιβάζει
εμείς
επιβιβάζουμε
εσείς
επιβιβάζετε
αυτοί
επιβιβάζουν
Аорист
εγώ
επιβίβασα
εσύ
επιβίβασες
αυτός
επιβίβασε
εμείς
επιβιβάσαμε
εσείς
επιβιβάσατε
αυτοί
επιβίβασαν
Будущее
εγώ
θα επιβιβάσω
εσύ
θα επιβιβάσεις
αυτός
θα επιβιβάσει
εμείς
θα επιβιβάσουμε
εσείς
θα επιβιβάσετε
αυτοί
θα επιβιβάσουν

Примеры

Επιβιβάζουν τους επιβάτες στο αεροπλάνο.
Они посаживают пассажиров в самолёт. · They are boarding the passengers onto the plane.
Χθες επιβίβασα τα παιδιά στο λεωφορείο.
Вчера я посадила детей в автобус. · Yesterday I put the children on the bus.
Θα επιβιβάσουν το φορτίο την αύριο.
Завтра они погрузят груз. · They will load the cargo tomorrow.
Επιβιβάστε το άλογο προσεκτικά.
Посадите лошадь осторожно. · Mount the horse carefully.