Греческий словарь
с грамматикой

επιβιβάζομαι

[epiviˈvazome]глаголB1

Значения

1
садиться, подниматься (на транспортное средство)
to board, to get on (a vehicle) · επιβιβάζεται στο αεροπλάνο — садится на самолёт
2
подниматься, взбираться (в переносном смысле)
to climb, to mount (figuratively) · επιβιβάζεται στο άλογο — садится верхом на лошадь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιβιβάζομαι
εσύ
επιβιβάζεσαι
αυτός
επιβιβάζεται
εμείς
επιβιβαζόμαστε
εσείς
επιβιβάζεστε
αυτοί
επιβιβάζονται
Аорист
εγώ
επιβιβάστηκα
εσύ
επιβιβάστηκες
αυτός
επιβιβάστηκε
εμείς
επιβιβαστήκαμε
εσείς
επιβιβαστήκατε
αυτοί
επιβιβάστηκαν
Будущее
εγώ
θα επιβιβαστώ
εσύ
θα επιβιβαστείς
αυτός
θα επιβιβαστεί
εμείς
θα επιβιβαστούμε
εσείς
θα επιβιβαστείτε
αυτοί
θα επιβιβαστούν

Примеры

Επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο χωρίς εισιτήρια.
Они сели в автобус без билетов. · They boarded the bus without tickets.
Οι επιβάτες επιβιβάζονται στην πύλη αριθμός 5.
Пассажиры садятся у выхода номер пять. · Passengers are boarding at gate number 5.
Θα επιβιβαστούμε στο ταξί για το αεροδρόμιο;
Мы сядем в такси, чтобы ехать в аэропорт? · Shall we get in the taxi to go to the airport?