Греческий словарь
с грамматикой

επιβεβαιώνω

[epiβeβeˈono]глаголB1

Значения

1
подтверждать, подтвердить
to confirm, to verify · επιβεβαιώνω την είδηση — подтверждаю новость
2
утверждать, подкреплять доказательствами
to corroborate, to substantiate · επιβεβαιώνει τη θεωρία του με στοιχεία — подкрепляет свою теорию фактами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιβεβαιώνω
εσύ
επιβεβαιώνεις
αυτός
επιβεβαιώνει
εμείς
επιβεβαιώνουμε
εσείς
επιβεβαιώνετε
αυτοί
επιβεβαιώνουν
Аорист
εγώ
επιβεβαίωσα
εσύ
επιβεβαίωσες
αυτός
επιβεβαίωσε
εμείς
επιβεβαιώσαμε
εσείς
επιβεβαιώσατε
αυτοί
επιβεβαίωσαν
Будущее
εγώ
θα επιβεβαιώσω
εσύ
θα επιβεβαιώσεις
αυτός
θα επιβεβαιώσει
εμείς
θα επιβεβαιώσουμε
εσείς
θα επιβεβαιώσετε
αυτοί
θα επιβεβαιώσουν

Примеры

Ο δημοσιογράφος επιβεβαίωσε τις πληροφορίες από τρεις πηγές.
Журналист подтвердил информацию из трёх источников. · The journalist confirmed the information from three sources.
Τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν την υπόθεση μας.
Результаты исследования подтверждают нашу гипотезу. · The research results confirm our hypothesis.
Θα επιβεβαιώσω τη συνάντηση αύριο το πρωί.
Завтра с утра я подтвержу встречу. · I'll confirm the meeting tomorrow morning.
Η δήλωση του υπουργού δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Заявление министра не подкрепляется никакими доказательствами. · The minister's statement is not substantiated by any evidence.