Греческий словарь
с грамматикой

επιβαίνω

[epiˈveno]глаголB1

Значения

1
садиться (на транспортное средство), подниматься на борт
board, embark, get on (a vehicle or ship) · επιβαίνω στο αεροπλάνο — садиться в самолёт
2
ступать на (землю, ступень и т.п.); вступать
step on, tread on, set foot on · επιβαίνω στη σκάλα — ступать на лестницу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιβαίνω
εσύ
επιβαίνεις
αυτός
επιβαίνει
εμείς
επιβαίνουμε
εσείς
επιβαίνετε
αυτοί
επιβαίνουν
Аорист
εγώ
επέβησα
εσύ
επέβησες
αυτός
επέβη
εμείς
επεβήσαμε
εσείς
επεβήσατε
αυτοί
επέβησαν
Будущее
εγώ
θα επιβώ
εσύ
θα επιβείς
αυτός
θα επιβεί
εμείς
θα επιβούμε
εσείς
θα επιβείτε
αυτοί
θα επιβούν

Примеры

Επιβαίνουν στο τρένο κάθε πρωί για τη δουλειά.
Они ездят на поезде каждое утро на работу. · They board the train every morning for work.
Επέβησαν στο πλοίο με μεγάλη ενθουσιασμό.
Они с большим энтузиазмом поднялись на борт корабля. · They embarked on the ship with great enthusiasm.
Θα επιβούν στα σκαλιά με προσοχή.
Они осторожно поднимутся по лестнице. · They will step on the stairs carefully.