Греческий словарь
с грамматикой

επιβάλλω

[epiˈvalo]глаголB2

Значения

1
налагать, возлагать (ответственность, обязанность)
to impose, to lay upon (responsibility, duty) · επιβάλλω υποχρέωση — налагаю обязанность
2
требовать, диктовать (необходимость)
to demand, to dictate (necessity) · η κατάσταση επιβάλλει — ситуация требует
3
навязывать, настаивать
to force, to insist on · επιβάλλω την άποψή μου — навязываю своё мнение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιβάλλω
εσύ
επιβάλλεις
αυτός
επιβάλλει
εμείς
επιβάλλουμε
εσείς
επιβάλλετε
αυτοί
επιβάλλουν
Аорист
εγώ
επέβαλα
εσύ
επέβαλες
αυτός
επέβαλε
εμείς
επιβάλαμε
εσείς
επιβάλατε
αυτοί
επέβαλαν
Будущее
εγώ
θα επιβάλω
εσύ
θα επιβάλεις
αυτός
θα επιβάλει
εμείς
θα επιβάλουμε
εσείς
θα επιβάλετε
αυτοί
θα επιβάλουν

Примеры

Ο νόμος επιβάλλει αυστηρές ποινές.
Закон налагает суровые наказания. · The law imposes severe penalties.
Η κατάσταση επέβαλε δύσκολες αποφάσεις.
Ситуация потребовала трудных решений. · The situation demanded difficult decisions.
Επιβάλλεται σεβασμός στους ηλικιωμένους.
Уважение к пожилым людям обязательно. · Respect for the elderly is required.
Δεν θα επιβάλλω τις απόψεις μου σε κανέναν.
Я не буду навязывать свои мнения никому. · I won't force my views on anyone.