Греческий словарь
с грамматикой

επιάνω

[epiˈano]глаголB1

Значения

1
ловить, схватывать (преступника, животное)
catch, capture (criminal, animal) · επιάνω τον κλέφτη — ловлю вора
2
застать, заметить (кого-то в процессе чего-то)
catch (someone in the act of doing something) · επιάνω τον να ψεύδεται — застаю его во лжи
3
поймать, заразиться (болезнью)
catch (an illness) · επιάνω γρίπη — ловлю грипп

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επιάνω
εσύ
επιάνεις
αυτός
επιάνει
εμείς
επιάνουμε
εσείς
επιάνετε
αυτοί
επιάνουν
Аорист
εγώ
επίασα
εσύ
επίασες
αυτός
επίασε
εμείς
επιάσαμε
εσείς
επιάσατε
αυτοί
επίασαν
Будущее
εγώ
θα επιάσω
εσύ
θα επιάσεις
αυτός
θα επιάσει
εμείς
θα επιάσουμε
εσείς
θα επιάσετε
αυτοί
θα επιάσουν

Примеры

Η αστυνομία επίασε τους δύο κλέφτες.
Полиция поймала двух воров. · The police caught the two thieves.
Τον επίασαν να κλέβει από το κατάστημα.
Его застали воровством в магазине. · They caught him stealing from the store.
Έπιασα κρυολόγημα από τη δουλειά.
Я простудился на работе. · I caught a cold at work.
Προσέχ να μη σε επιάσει στο λάθος.
Смотри, чтобы он не застал тебя на месте преступления. · Watch out—don't let him catch you in the act.