Греческий словарь
с грамматикой

επηρεάζω

[epireˈazo]глаголB1

Значения

1
влиять, оказывать влияние
to influence, to affect · επηρεάζει τις αποφάσεις — влияет на решения
2
воздействовать негативно, вредить
to have a negative effect on, to harm · επηρεάζει την υγεία — вредит здоровью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επηρεάζω
εσύ
επηρεάζεις
αυτός
επηρεάζει
εμείς
επηρεάζουμε
εσείς
επηρεάζετε
αυτοί
επηρεάζουν
Аорист
εγώ
επηρέασα
εσύ
επηρέασες
αυτός
επηρέασε
εμείς
επηρεάσαμε
εσείς
επηρεάσατε
αυτοί
επηρέασαν
Будущее
εγώ
θα επηρεάσω
εσύ
θα επηρεάσεις
αυτός
θα επηρεάσει
εμείς
θα επηρεάσουμε
εσείς
θα επηρεάσετε
αυτοί
θα επηρεάσουν

Примеры

Η κακή διατροφή επηρεάζει την υγεία σας.
Плохое питание вредит вашему здоровью. · Poor diet harms your health.
Το οικονομικό κρίσιμο επηρέασε χιλιάδες οικογενειών.
Финансовый кризис затронул тысячи семей. · The financial crisis affected thousands of families.
Δεν επηρεάζονται από τις αρνητικές σχόλια.
Они не поддаются влиянию негативных комментариев. · They are not affected by negative comments.
Τα συναισθήματα σας θα επηρεάσουν την απόφασή σας.
Ваши эмоции повлияют на ваше решение. · Your emotions will influence your decision.