επεξεργαστής
[epekserɣaˈstis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
процессор (в компьютере)
processor (in a computer) · ο επεξεργαστής του υπολογιστή — процессор компьютера
2
тот, кто обрабатывает; обработчик
one who processes; handler · επεξεργαστής δεδομένων — обработчик данных
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο επεξεργαστής
вин.
τον επεξεργαστή
род.
του επεξεργαστή
зват.
επεξεργαστή
Мн. ч.
им.
οι επεξεργαστές
вин.
τους επεξεργαστές
род.
των επεξεργαστών
зват.
επεξεργαστές
Примеры
Ο νέος επεξεργαστής είναι πολύ γρήγορος.
Новый процессор очень быстрый. · The new processor is very fast.
Η απόδοση του επεξεργαστή εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του.
Производительность процессора зависит от его характеристик. · The processor's performance depends on its specifications.
Χρειάζομαι έναν ισχυρό επεξεργαστή για το gaming.
Мне нужен мощный процессор для игр. · I need a powerful processor for gaming.