Греческий словарь
с грамматикой

επενδύω

[epɛnˈðio]глаголB2

Значения

1
инвестировать, вкладывать деньги
to invest, to put money into · επενδύω στο χρηματιστήριο — инвестировать на бирже
2
одевать, облачать (в одежду или символически)
to clothe, to dress, to invest with (authority, power) · επενδύω κάποιον με εξουσία — облечь кого-либо властью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επενδύω
εσύ
επενδύεις
αυτός
επενδύει
εμείς
επενδύουμε
εσείς
επενδύετε
αυτοί
επενδύουν
Аорист
εγώ
επένδυσα
εσύ
επένδυσες
αυτός
επένδυσε
εμείς
επενδύσαμε
εσείς
επενδύσατε
αυτοί
επένδυσαν
Будущее
εγώ
θα επενδύσω
εσύ
θα επενδύσεις
αυτός
θα επενδύσει
εμείς
θα επενδύσουμε
εσείς
θα επενδύσετε
αυτοί
θα επενδύσουν

Примеры

Πολλοί Έλληνες επενδύουν στα ακίνητα.
Многие греки инвестируют в недвижимость. · Many Greeks invest in real estate.
Επένδυσε ένα εκατομμύριο στην εταιρεία.
Он вложил миллион в компанию. · He invested a million in the company.
Ο πρόεδρος επενδύθηκε με τα σύμβολα της εξουσίας.
Президента облекли символами власти. · The president was invested with the symbols of power.
Θα επενδύσουν περισσότερα χρήματα στην τεχνολογία.
Они вложат больше денег в технологии. · They will invest more money in technology.