Греческий словарь
с грамматикой

επανιδρύω

[epaniˈðrio]глаголC1

Значения

1
заново основывать, создавать заново (организацию, учреждение)
to re-establish, to found again (an organization, institution) · η εταιρεία επανιδρύθηκε — компания была создана заново

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επανιδρύω
εσύ
επανιδρύεις
αυτός
επανιδρύει
εμείς
επανιδρύουμε
εσείς
επανιδρύετε
αυτοί
επανιδρύουν
Аорист
εγώ
επανίδρυσα
εσύ
επανίδρυσες
αυτός
επανίδρυσε
εμείς
επανιδρύσαμε
εσείς
επανιδρύσατε
αυτοί
επανίδρυσαν
Будущее
εγώ
θα επανιδρύσω
εσύ
θα επανιδρύσεις
αυτός
θα επανιδρύσει
εμείς
θα επανιδρύσουμε
εσείς
θα επανιδρύσετε
αυτοί
θα επανιδρύσουν

Примеры

Η κυβέρνηση επανίδρυσε το ινστιτούτο μετά από δέκα χρόνια.
Правительство создало институт заново спустя десять лет. · The government re-established the institute after ten years.
Θα επανιδρύσουν την ακαδημία με νέα διοίκηση.
Они заново создадут академию с новым руководством. · They will re-establish the academy with new management.
Το σωματείο επανιδρύθηκε τη δεκαετία του 1990.
Ассоциация была основана заново в 1990-х годах. · The association was re-founded in the 1990s.