Греческий словарь
с грамматикой

επανεκλέγω

[epanekˈleɣo]глаголB2

Значения

1
переизбирать, избирать вновь
to re-elect, to elect again · επανεκλέγουν τον πρόεδρο — переизбирают президента

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επανεκλέγω
εσύ
επανεκλέγεις
αυτός
επανεκλέγει
εμείς
επανεκλέγουμε
εσείς
επανεκλέγετε
αυτοί
επανεκλέγουν
Аорист
εγώ
επανεξέλεξα
εσύ
επανεξέλεξες
αυτός
επανεξέλεξε
εμείς
επανεξελέξαμε
εσείς
επανεξελέξατε
αυτοί
επανεξέλεξαν
Будущее
εγώ
θα επανεξελέξω
εσύ
θα επανεξελέξεις
αυτός
θα επανεξελέξει
εμείς
θα επανεξελέξουμε
εσείς
θα επανεξελέξετε
αυτοί
θα επανεξελέξουν

Примеры

Ο κόσμος επανεξέλεξε τον δήμαρχο με μεγάλη πλειοψηφία.
Народ переизбрал мэра подавляющим большинством. · The people re-elected the mayor by a landslide majority.
Θα επανεκλέγουν τον πρόεδρο κάθε τέσσερα χρόνια.
Будут переизбирать президента каждые четыре года. · They will re-elect the president every four years.
Της πρότεινε να επανεξελέξει τους συμβούλους της.
Ей предложил переизбрать своих советников. · He suggested that she re-elect her advisers.