επανατοποθέτηση
[epanatopoˈθetisi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
переустановка, повторное размещение (рабочего, беженца и т.д.)
relocation, resettlement, redeployment (of a person or group) · η επανατοποθέτηση προσφύγων — переселение беженцев
2
переустановка (в техническом или административном контексте)
repositioning, reinstallation (technical or administrative) · η επανατοποθέτηση του εξοπλισμού — переустановка оборудования
Грамматика
Ед. ч.
им.
η επανατοποθέτηση
вин.
την επανατοποθέτηση
род.
της επανατοποθέτησης
зват.
επανατοποθέτηση
Мн. ч.
им.
οι επανατοποθετήσεις
вин.
τις επανατοποθετήσεις
род.
των επανατοποθετήσεων
зват.
επανατοποθετήσεις
Примеры
Η επανατοποθέτηση των εργαζομένων ήταν αναγκαία.
Переустановка сотрудников была необходима. · The redeployment of employees was necessary.
Το πρόγραμμα επανατοποθέτησης των προσφύγων ξεκίνησε τον Ιανουάριο.
Программа переселения беженцев началась в январе. · The refugee resettlement programme started in January.
Διαδικασίες επανατοποθέτησης εγκαταστάσεων απαιτούν σχέδιο.
Процедуры переустановки объектов требуют планирования. · Facility repositioning procedures require careful planning.