Греческий словарь
с грамматикой

επαναστατικός

[epanastatiˈkos]прилагательноеB1

Значения

1
революционный, восстановительный
revolutionary, relating to revolution · επαναστατικό κίνημα — революционное движение
2
радикальный, коренной (о переменах)
radical, sweeping (of changes) · επαναστατικές αλλαγές — радикальные перемены

Грамматика

мужской род
им.
επαναστατικός
вин.
επαναστατικό
род.
επαναστατικού
зват.
επαναστατικέ
женский род
им.
επαναστατική
вин.
επαναστατική
род.
επαναστατικής
зват.
επαναστατική
средний род
им.
επαναστατικό
вин.
επαναστατικό
род.
επαναστατικού
зват.
επαναστατικό

Примеры

Το επαναστατικό κίνημα άλλαξε την ιστορία της χώρας.
Революционное движение изменило историю страны. · The revolutionary movement changed the history of the country.
Οι επαναστατικές ιδέες του 18ου αιώνα ήταν πολύ τολμηρές.
Революционные идеи XVIII века были весьма смелыми. · The revolutionary ideas of the 18th century were very bold.
Αυτή η τεχνολογία είναι επαναστατική για την ιατρική.
Эта технология революционна для медицины. · This technology is revolutionary for medicine.
Οι επαναστατικοί στρατιώτες πολέμησαν για την ελευθερία.
Революционные бойцы боролись за свободу. · The revolutionary soldiers fought for freedom.