Греческий словарь
с грамматикой

επαναλειτουργία

[epanaleituɾˈʝia]существительноеη · женский родC1

Значения

1
возобновление работы, повторное введение в строй
resumption of operation, reactivation · η επαναλειτουργία του εργοστασίου — возобновление работы завода

Грамматика

Ед. ч.
им.
η επαναλειτουργία
вин.
την επαναλειτουργία
род.
της επαναλειτουργίας
зват.
επαναλειτουργία
Мн. ч.
им.
οι επαναλειτουργίες
вин.
τις επαναλειτουργίες
род.
των επαναλειτουργιών
зват.
επαναλειτουργίες

Примеры

Η επαναλειτουργία του νοσοκομείου ήταν απαραίτητη.
Возобновление работы больницы было необходимо. · The hospital's reactivation was essential.
Μετά τις επισκευές, ζητήθηκε η επαναλειτουργία της γραμμής.
После ремонта потребовалось возобновление работы линии. · After repairs, the line's resumption was required.
Οι επαναλειτουργίες των υπηρεσιών πραγματοποιήθηκαν σταδιακά.
Возобновление работы служб осуществлялось постепенно. · The services were reactivated gradually.