επαναλαμβανόμενος
[epanalamvaˈnomenos]прилагательноеB2
Значения
1
повторяющийся, повторный
recurring, repeated · επαναλαμβανόμενα προβλήματα — повторяющиеся проблемы
2
циклический, периодический
cyclical, periodic · επαναλαμβανόμενο μοτίβο — циклический мотив
Грамматика
мужской род
им.
επαναλαμβανόμενος
вин.
επαναλαμβανόμενο
род.
επαναλαμβανόμενου
зват.
επαναλαμβανόμενε
женский род
им.
επαναλαμβανόμενη
вин.
επαναλαμβανόμενη
род.
επαναλαμβανόμενης
зват.
επαναλαμβανόμενη
средний род
им.
επαναλαμβανόμενο
вин.
επαναλαμβανόμενο
род.
επαναλαμβανόμενου
зват.
επαναλαμβανόμενο
Примеры
Τα επαναλαμβανόμενα λάθη κόστισαν τη δουλειά του.
Повторяющиеся ошибки стоили ему работы. · The repeated mistakes cost him his job.
Αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα στην περιοχή.
Это периодическая проблема в регионе. · This is a recurring problem in the region.
Οι επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις δεν έγιναν αποδεκτές.
Неоднократные предупреждения не были приняты. · The repeated warnings were not accepted.