επανακυκλοφορώ
[epanakiklofɔˈrɔ]глаголB2
Значения
1
пускать в обращение снова; переиздавать
to put back into circulation; to reissue · επανακυκλοφορώ ένα βιβλίο — переиздаю книгу
2
возобновлять распространение (новостей, слухов)
to circulate again; to spread anew · επανακυκλοφορούν παλιές φήμες — вновь распространяют старые слухи
Грамматика
Настоящее время
εγώ
επανακυκλοφορώ
εσύ
επανακυκλοφορείς
αυτός
επανακυκλοφορεί
εμείς
επανακυκλοφορούμε
εσείς
επανακυκλοφορείτε
αυτοί
επανακυκλοφορούν
Аорист
εγώ
επανακυκλοφόρησα
εσύ
επανακυκλοφόρησες
αυτός
επανακυκλοφόρησε
εμείς
επανακυκλοφορήσαμε
εσείς
επανακυκλοφορήσατε
αυτοί
επανακυκλοφόρησαν
Будущее
εγώ
θα επανακυκλοφορήσω
εσύ
θα επανακυκλοφορήσεις
αυτός
θα επανακυκλοφορήσει
εμείς
θα επανακυκλοφορήσουμε
εσείς
θα επανακυκλοφορήσετε
αυτοί
θα επανακυκλοφορήσουν
Примеры
Το εκδοτικό οίκο επανακυκλοφόρησε το κλασικό μυθιστόρημα.
Издательство переиздало классический роман. · The publishing house reissued the classic novel.
Επανακυκλοφορούν παλιές φωτογραφίες στα κοινωνικά μέσα.
Старые фотографии вновь распространяют в социальных сетях. · Old photographs are being circulated again on social media.
Θα επανακυκλοφορήσουν το αποσύρθεν προϊόν την επόμενη σεζόν.
Они заново выпустят снятый с производства товар в следующем сезоне. · They will relaunch the discontinued product next season.