Греческий словарь
с грамматикой

επαινώ

[epeˈno]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
хвалить, одобрять
to praise, to approve of · επαινώ τη δουλειά σου — хвалю твою работу
2
восхвалять, воспевать
to commend, to speak highly of · οι κριτικοί επαίνεσαν το έργο — критики восхвалили произведение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
επαινώ
εσύ
επαινείς
αυτός
επαινεί
εμείς
επαινούμε
εσείς
επαινείτε
αυτοί
επαινούν
Аорист
εγώ
επαίνεσα
εσύ
επαίνεσες
αυτός
επαίνεσε
εμείς
επαινέσαμε
εσείς
επαινέσατε
αυτοί
επαίνεσαν
Будущее
εγώ
θα επαινέσω
εσύ
θα επαινέσεις
αυτός
θα επαινέσει
εμείς
θα επαινέσουμε
εσείς
θα επαινέσετε
αυτοί
θα επαινέσουν

Примеры

Ο δάσκαλος επαίνεσε τον μαθητή για τη προσπάθειά του.
Учитель похвалил ученика за его старание. · The teacher praised the student for his effort.
Πολλοί επαινούν το νέο πολιτικό προγραμμα.
Многие одобряют новую политическую программу. · Many people approve of the new political programme.
Η ταινία επαινέθηκε από τη διεθνή κριτική.
Фильм был восхвален международной критикой. · The film was commended by international critics.
Θα επαινέσουν σίγουρα το εξαιρετικό αποτέλεσμα.
Они обязательно похвалят отличный результат. · They will certainly praise the excellent result.