επαγγελματικός
[epanɡelmaˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
профессиональный, относящийся к профессии
professional, relating to a profession or occupation · επαγγελματικές δεξιότητες — профессиональные навыки
2
деловой, служебный, рабочий
professional, business-related, work-related · επαγγελματικό περιβάλλον — деловая среда
Грамматика
мужской род
им.
επαγγελματικός
вин.
επαγγελματικό
род.
επαγγελματικού
зват.
επαγγελματικέ
женский род
им.
επαγγελματική
вин.
επαγγελματική
род.
επαγγελματικής
зват.
επαγγελματική
средний род
им.
επαγγελματικό
вин.
επαγγελματικό
род.
επαγγελματικού
зват.
επαγγελματικό
Примеры
Αναζητώ επαγγελματική ανάπτυξη στην καριέρα μου.
Я ищу профессионального развития в своей карьере. · I am seeking professional development in my career.
Η επαγγελματική εμπειρία του είναι πολύ σημαντική.
Его профессиональный опыт очень важен. · His professional experience is very important.
Πρέπει να έχουμε επαγγελματικό στάσιμο στη συνάντηση.
Мы должны вести себя профессионально на встрече. · We must maintain a professional demeanor at the meeting.
Οι επαγγελματικοί στόχοι του είναι σαφείς.
Его деловые цели ясны. · His professional goals are clear.