Греческий словарь
с грамматикой

επίτευξη

[eˈpitevksi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
достижение, успешное осуществление
achievement, attainment, successful accomplishment · η επίτευξη των στόχων — достижение целей
2
успех, положительный результат
success, positive outcome · μια σημαντική επίτευξη — значительный успех

Грамматика

Ед. ч.
им.
η επίτευξη
вин.
την επίτευξη
род.
της επίτευξης
зват.
επίτευξη
Мн. ч.
им.
οι επιτεύξεις
вин.
τις επιτεύξεις
род.
των επιτεύξεων
зват.
επιτεύξεις

Примеры

Η επίτευξη του πτυχίου ήταν το όνειρό του.
Получение диплома было его мечтой. · Getting a degree was his dream.
Οι επιτεύξεις της ομάδας ήταν εξαιρετικές.
Достижения команды были исключительными. · The team's achievements were outstanding.
Αυτή είναι μια μεγάλη επίτευξη για τη χώρα.
Это большой успех для страны. · This is a major achievement for the country.
Την επίτευξή της τη γιορτάσαν όλοι.
Её успех отпраздновали все. · Everyone celebrated her success.