επίτευγμα
[epiˈtefɣma]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
достижение, успех
achievement, accomplishment · μεγάλο επίτευγμα — большое достижение
2
подвиг, деяние
feat, exploit · ήρωας επίτευγμα — подвиг героя
Грамматика
Ед. ч.
им.
το επίτευγμα
вин.
το επίτευγμα
род.
του επιτεύγματος
зват.
επίτευγμα
Мн. ч.
им.
τα επιτεύγματα
вин.
τα επιτεύγματα
род.
των επιτευγμάτων
зват.
επιτεύγματα
Примеры
Το επίτευγμα αυτό την έκανε περήφανη.
Это достижение наполнило её гордостью. · This achievement made her proud.
Τα επιτεύγματα της επιστήμης είναι εντυπωσιακά.
Научные достижения впечатляют. · The achievements of science are impressive.
Θεωρώ το νικητήριο επίτευγμα του αθλητή.
Я считаю победу спортсмена большим подвигом. · I regard the athlete's victory as a fine feat.
Οι αρχαίοι Έλληνες άφησαν εξαιρετικά επιτεύγματα.
Древние греки оставили выдающиеся достижения. · The ancient Greeks left remarkable accomplishments.