Греческий словарь
с грамматикой

επίκεντρο

[eˈpikendro]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
центр, середина, очаг (события, деятельности)
centre, focus, hub (of activity or attention) · το επίκεντρο της συζήτησης — центр обсуждения
2
эпицентр (землетрясения)
epicentre (of an earthquake) · το επίκεντρο του σεισμού — эпицентр землетрясения

Грамматика

Ед. ч.
им.
το επίκεντρο
вин.
το επίκεντρο
род.
του επικέντρου
зват.
επίκεντρο
Мн. ч.
им.
τα επίκεντρα
вин.
τα επίκεντρα
род.
των επικέντρων
зват.
επίκεντρα

Примеры

Η πόλη ήταν το επίκεντρο της κρίσης.
Город был в центре кризиса. · The city was at the centre of the crisis.
Το επίκεντρο του σεισμού ήταν βαθύ.
Эпицентр землетрясения был глубоким. · The epicentre of the earthquake was deep.
Στα επίκεντρα των πόλεων υπάρχουν πολλές δραστηριότητες.
В центрах городов много различных видов деятельности. · In city centres there are many activities.
Το επίκεντρο της προσοχής ήταν η οικονομία.
Центр внимания был на экономике. · The focus of attention was on the economy.