επίθετο
[eˈpiθeto]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
прилагательное (часть речи)
adjective (part of speech) · το επίθετο περιγράφει το ουσιαστικό — прилагательное описывает существительное
2
эпитет, описание
epithet, descriptive term · ένα επίθετο για την ποιότητα — эпитет для качества
Грамматика
Ед. ч.
им.
το επίθετο
вин.
το επίθετο
род.
του επιθέτου
зват.
επίθετο
Мн. ч.
им.
τα επίθετα
вин.
τα επίθετα
род.
των επιθέτων
зват.
επίθετα
Примеры
Το επίθετο περιγράφει το ουσιαστικό.
Прилагательное описывает существительное. · The adjective describes the noun.
Στο κείμενο χρησιμοποιούνται πολλά επίθετα.
В тексте используются многие прилагательные. · Many adjectives are used in the text.
Μας δίδασκε τα επίθετα στο μάθημα γραμματικής.
Она учила нас прилагательные на уроке грамматики. · She taught us adjectives in the grammar lesson.
Το επίθετο «όμορφος» είναι πολύ συνηθισμένο.
Прилагательное «красивый» очень часто встречается. · The adjective 'beautiful' is very common.