Греческий словарь
с грамматикой

εξώνω

[ekˈsono]глаголB1

Значения

1
платить по счёту, рассчитываться
to pay a bill, to settle an account · εξώνω το λογαριασμό — я плачу счёт
2
расплачиваться, расстраиваться (за что-то)
to pay a price, to suffer consequences · εξώνω ακριβά — платить дорогую цену

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξώνω
εσύ
εξώνεις
αυτός
εξώνει
εμείς
εξώνουμε
εσείς
εξώνετε
αυτοί
εξώνουν
Аорист
εγώ
εξώνησα
εσύ
εξώνησες
αυτός
εξώνησε
εμείς
εξωνήσαμε
εσείς
εξωνήσατε
αυτοί
εξώνησαν
Будущее
εγώ
θα εξώνω
εσύ
θα εξώνεις
αυτός
θα εξώνει
εμείς
θα εξώνουμε
εσείς
θα εξώνετε
αυτοί
θα εξώνουν

Примеры

Έπρεπε να εξώσω το λογαριασμό του εστιατορίου.
Мне пришлось рассчитаться за счёт в ресторане. · I had to pay the restaurant bill.
Εξώνει ακριβά για τα λάθη του.
Он дорого платит за свои ошибки. · He is paying dearly for his mistakes.
Όταν φύγαμε, εξωνήσαμε όλα τα χρέη.
Когда уходили, мы расплатились со всеми долгами. · When we left, we settled all debts.