εξωπραγματικός
[eksopraɣmatiˈkos]прилагательноеC1
Значения
1
внепрактический, непрактичный, оторванный от реальности
impractical, unrealistic, divorced from reality · σχέδιο εξωπραγματικό — нереалистичный план
2
бесполезный, неприменимый на практике
useless in practice, not applicable · θεωρία εξωπραγματική — бесполезная теория
Грамматика
мужской род
им.
εξωπραγματικός
вин.
εξωπραγματικό
род.
εξωπραγματικού
зват.
εξωπραγματικέ
женский род
им.
εξωπραγματική
вин.
εξωπραγματική
род.
εξωπραγματικής
зват.
εξωπραγματική
средний род
им.
εξωπραγματικό
вин.
εξωπραγματικό
род.
εξωπραγματικού
зват.
εξωπραγματικό
Примеры
Οι προτάσεις του ήταν εξωπραγματικές και αδύνατες.
Его предложения были нереалистичными и невозможными. · His proposals were unrealistic and impractical.
Αυτή η εξωπραγματική άποψη δεν βοηθά στην επίλυση προβλημάτων.
Этот оторванный от реальности взгляд не помогает в решении проблем. · This impractical viewpoint does not help solve problems.
Το σχέδιό του ήταν εξωπραγματικό και δύσκολο να εφαρμοστεί.
Его план был непрактичным и сложным в реализации. · His plan was impractical and difficult to implement.