εξυπνώνω
[eksiˈpnono]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
просыпаться, пробуждаться
to wake up, to awake · εξυπνώνω το πρωί — просыпаюсь утром
2
будить, пробуждать
to wake (someone), to awaken · εξυπνώνω το παιδί — будю ребёнка
Грамматика
Настоящее время
εγώ
εξυπνώνω
εσύ
εξυπνώνεις
αυτός
εξυπνώνει
εμείς
εξυπνώνουμε
εσείς
εξυπνώνετε
αυτοί
εξυπνώνουν
Аорист
εγώ
ξύπνησα
εσύ
ξύπνησες
αυτός
ξύπνησε
εμείς
ξυπνήσαμε
εσείς
ξυπνήσατε
αυτοί
ξύπνησαν
Будущее
εγώ
θα ξυπνήσω
εσύ
θα ξυπνήσεις
αυτός
θα ξυπνήσει
εμείς
θα ξυπνήσουμε
εσείς
θα ξυπνήσετε
αυτοί
θα ξυπνήσουν
Примеры
Κάθε πρωί ξυπνάω στις εφτά.
Каждое утро я просыпаюсь в семь. · Every morning I wake up at seven.
Η μητέρα εξυπνώνει τα παιδιά για το σχολείο.
Мать будит детей в школу. · The mother wakes the children for school.
Θα ξυπνήσεις αργά αύριο;
Ты завтра проснёшься поздно? · Will you wake up late tomorrow?
Ξύπνησα χωρίς να ακούσω το ξυπνητήρι.
Я проснулся, не услышав будильник. · I woke up without hearing the alarm.