Греческий словарь
с грамматикой

εξυπηρετώ

[eksipireˈto]глаголB1

Значения

1
обслуживать, помогать, оказывать услугу
to serve, to assist, to provide service · εξυπηρετώ τους πελάτες — я обслуживаю клиентов
2
удовлетворять, соответствовать (потребностям, целям)
to meet, to satisfy, to cater to · εξυπηρετεί τις ανάγκες μας — это удовлетворяет наши потребности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξυπηρετώ
εσύ
εξυπηρετείς
αυτός
εξυπηρετεί
εμείς
εξυπηρετούμε
εσείς
εξυπηρετείτε
αυτοί
εξυπηρετούν
Аорист
εγώ
εξυπηρέτησα
εσύ
εξυπηρέτησες
αυτός
εξυπηρέτησε
εμείς
εξυπηρετήσαμε
εσείς
εξυπηρετήσατε
αυτοί
εξυπηρέτησαν
Будущее
εγώ
θα εξυπηρετήσω
εσύ
θα εξυπηρετήσεις
αυτός
θα εξυπηρετήσει
εμείς
θα εξυπηρετήσουμε
εσείς
θα εξυπηρετήσετε
αυτοί
θα εξυπηρετήσουν

Примеры

Ο δικηγόρος εξυπηρετεί τους ενδιαφερόμενους δωρεάν.
Адвокат безвозмездно оказывает услуги заинтересованным лицам. · The lawyer serves interested parties free of charge.
Αυτή η λύση εξυπηρετεί τις ανάγκες όλων.
Это решение удовлетворяет потребности всех. · This solution meets everyone's needs.
Εξυπηρετήσαμε χίλιους πελάτες περσι.
В прошлом году мы обслужили тысячу клиентов. · We served a thousand customers last year.
Το τμήμα πωλήσεων εξυπηρετεί τις αιτήματα 24 ώρες την ημέρα.
Отдел продаж обрабатывает запросы 24 часа в сутки. · The sales department handles requests 24 hours a day.