εξορύσσω
[eksoˈriso]глаголгруппа А (безударное -ω)C1
Значения
1
раскапывать, откапывать, вырывать из земли
to excavate, to dig out, to unearth · εξορύσσουν τα ερείπια — откапывали развалины
2
разрушать, сносить (здание)
to demolish, to tear down · εξόρυξαν το παλιό κτίριο — снесли старое здание
3
извлекать, добывать (полезные ископаемые)
to extract, to mine · εξορύσσουν χρυσό — добывают золото
Грамматика
Настоящее время
εγώ
εξορύσσω
εσύ
εξορύσσεις
αυτός
εξορύσσει
εμείς
εξορύσσουμε
εσείς
εξορύσσετε
αυτοί
εξορύσσουν
Аорист
εγώ
εξόρυξα
εσύ
εξόρυξες
αυτός
εξόρυξε
εμείς
εξορύξαμε
εσείς
εξορύξατε
αυτοί
εξόρυξαν
Будущее
εγώ
θα εξορύξω
εσύ
θα εξορύξεις
αυτός
θα εξορύξει
εμείς
θα εξορύξουμε
εσείς
θα εξορύξετε
αυτοί
θα εξορύξουν
Примеры
Οι αρχαιολόγοι εξόρυξαν σημαντικά αντικείμενα από τον τόπο.
Археологи откопали важные предметы на этом месте. · Archaeologists unearthed important objects at the site.
Εξορύσσουν τα ερείπια του αρχαίου ναού.
Они раскапывают развалины древнего храма. · They are excavating the ruins of the ancient temple.
Θα εξορύξουν το κτίριο επειδή είναι επικίνδυνο.
Они снесут здание, потому что оно опасно. · They will demolish the building because it is unsafe.
Το έδαφος έχει εξορυχθεί για την εξαγωγή μετάλλων.
Земля была раскопана для добычи металлов. · The ground has been excavated for mineral extraction.