Греческий словарь
с грамматикой

εξορίζω

[ɛksɔˈrizo]глаголC1

Значения

1
ссылать, отправлять в изгнание
to exile, to banish · εξόρισαν τον πολιτικό — выслали политика
2
удалять, изолировать (от общества, от группы)
to ostracize, to remove from a group · εξόρισε τον συνάδελφό του — изолировал своего коллегу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξορίζω
εσύ
εξορίζεις
αυτός
εξορίζει
εμείς
εξορίζουμε
εσείς
εξορίζετε
αυτοί
εξορίζουν
Аорист
εγώ
εξόρισα
εσύ
εξόρισες
αυτός
εξόρισε
εμείς
εξορίσαμε
εσείς
εξορίσατε
αυτοί
εξόρισαν
Будущее
εγώ
θα εξορίσω
εσύ
θα εξορίσεις
αυτός
θα εξορίσει
εμείς
θα εξορίσουμε
εσείς
θα εξορίσετε
αυτοί
θα εξορίσουν

Примеры

Η κυβέρνηση εξόρισε τους αντιφρονούντες.
Правительство отправило инакомыслящих в ссылку. · The government exiled the dissenters.
Εξορίστηκαν από την πόλη επειδή ήταν επικίνδυνοι.
Их выслали из города, потому что они были опасны. · They were banished from the city because they were dangerous.
Η κοινωνία τον εξόρισε μετά το σκάνδαλο.
Общество его отвергло после скандала. · Society ostracized him after the scandal.