Греческий словарь
с грамматикой

εξομολογούμαι

[eksomoloyúme]глаголB2

Значения

1
исповедоваться, признаваться в грехах священнику
to confess (sins to a priest) · εξομολογούμαι τα αμαρτήματά μου — исповедоваться в своих грехах
2
признавать, признаться в чём-либо
to acknowledge, admit, confess · εξομολογούμαι το λάθος μου — признаю свою ошибку
3
исповедовать, объявлять открыто
to profess openly, declare · εξομολογούμαι την πίστη μου — открыто исповедую свою веру

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξομολογούμαι
εσύ
εξομολογείσαι
αυτός
εξομολογείται
εμείς
εξομολογούμαστε
εσείς
εξομολογείστε
αυτοί
εξομολογούνται
Аорист
εγώ
εξομολογήθηκα
εσύ
εξομολογήθηκες
αυτός
εξομολογήθηκε
εμείς
εξομολογηθήκαμε
εσείς
εξομολογηθήκατε
αυτοί
εξομολογήθηκαν
Будущее
εγώ
θα εξομολογηθώ
εσύ
θα εξομολογηθείς
αυτός
θα εξομολογηθεί
εμείς
θα εξομολογηθούμε
εσείς
θα εξομολογηθείτε
αυτοί
θα εξομολογηθούν

Примеры

Πήγα στην εκκλησία να εξομολογηθώ.
Я пошёл в церковь исповедаться. · I went to church to confess.
Εξομολογούμαι ότι έκανα λάθος.
Признаюсь, что я ошибся. · I admit that I was wrong.
Οι πιστοί εξομολογούνται κάθε εβδομάδα.
Верующие исповедуются каждую неделю. · The faithful confess every week.
Εξομολογήθηκε την αγάπη του για την τέχνη.
Он открыто признался в своей любви к искусству. · He openly confessed his love for art.