εξοικονομώ
[eksikonoˈmo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
экономить, сберегать (деньги, время, ресурсы)
save, economize (money, time, resources) · εξοικονομώ χρήματα — экономить деньги
2
отложить, скопить (путём сбережений)
put aside, accumulate (through saving) · εξοικονομώ για διακοπές — откладывать на отпуск
Грамматика
Настоящее время
εγώ
εξοικονομώ
εσύ
εξοικονομάς
αυτός
εξοικονομά
εμείς
εξοικονομούμε
εσείς
εξοικονομάτε
αυτοί
εξοικονομούν
Аорист
εγώ
εξοικονόμησα
εσύ
εξοικονόμησες
αυτός
εξοικονόμησε
εμείς
εξοικονομήσαμε
εσείς
εξοικονομήσατε
αυτοί
εξοικονόμησαν
Будущее
εγώ
θα εξοικονομήσω
εσύ
θα εξοικονομήσεις
αυτός
θα εξοικονομήσει
εμείς
θα εξοικονομήσουμε
εσείς
θα εξοικονομήσετε
αυτοί
θα εξοικονομήσουν
Примеры
Εξοικονομώ χρήματα για καινούργιο αυτοκίνητο.
Я откладываю деньги на новую машину. · I'm saving money for a new car.
Εξοικονόμησα αρκετά χρήματα το περασμένο χρόνο.
В прошлом году я скопил изрядную сумму. · I saved quite a bit last year.
Με σωστή διαχείριση εξοικονομούμε ενέργεια.
Благодаря правильному управлению мы экономим энергию. · With proper management we save energy.
Θα εξοικονομήσεις πολλά αν αγοράσεις εκείνο το προϊόν.
Ты сэкономишь много, если купишь этот товар. · You'll save a lot if you buy that product.