Греческий словарь
с грамматикой

εξοικειώνω

[ɛksikˈjɔnɔ]глаголB2

Значения

1
привыкать, приспосабливаться (к чему-либо новому или неизвестному)
to familiarize oneself, to become accustomed (to something new or unfamiliar) · εξοικειώνομαι με το περιβάλλον — привыкать к окружающей среде
2
приучать, делать привычным (кого-либо)
to accustom, to make familiar (someone) · εξοικειώνω ένα παιδί στη σχολή — приучать ребенка к школе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξοικειώνω
εσύ
εξοικειώνεις
αυτός
εξοικειώνει
εμείς
εξοικειώνουμε
εσείς
εξοικειώνετε
αυτοί
εξοικειώνουν
Аорист
εγώ
εξοικείωσα
εσύ
εξοικείωσες
αυτός
εξοικείωσε
εμείς
εξοικειώσαμε
εσείς
εξοικειώσατε
αυτοί
εξοικείωσαν
Будущее
εγώ
θα εξοικειώσω
εσύ
θα εξοικειώσεις
αυτός
θα εξοικειώσει
εμείς
θα εξοικειώσουμε
εσείς
θα εξοικειώσετε
αυτοί
θα εξοικειώσουν

Примеры

Τα παιδιά εξοικειώνονται γρήγορα σε νέα σχολεία.
Дети быстро привыкают к новым школам. · Children quickly become accustomed to new schools.
Την εξοικείωσαν με την ελληνική κουλτούρα.
Они познакомили её с греческой культурой. · They acquainted her with Greek culture.
Θα εξοικειώσω τον σκύλο με τη νέα διαμονή.
Я приучу собаку к новому дому. · I will accustom the dog to the new home.