εξισώνω
[eksiˈsono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
уравнивать, делать равным
to make equal, equalize · εξισώνω τις δυνάμεις — уравниваю силы
2
решать уравнение
to solve an equation · εξισώνω μία εξίσωση — решаю уравнение
3
возмещать, компенсировать
to compensate, offset · εξισώνω τις ζημιές — компенсирую убытки
Грамматика
Настоящее время
εγώ
εξισώνω
εσύ
εξισώνεις
αυτός
εξισώνει
εμείς
εξισώνουμε
εσείς
εξισώνετε
αυτοί
εξισώνουν
Аорист
εγώ
εξίσωσα
εσύ
εξίσωσες
αυτός
εξίσωσε
εμείς
εξισώσαμε
εσείς
εξισώσατε
αυτοί
εξίσωσαν
Будущее
εγώ
θα εξισώσω
εσύ
θα εξισώσεις
αυτός
θα εξισώσει
εμείς
θα εξισώσουμε
εσείς
θα εξισώσετε
αυτοί
θα εξισώσουν
Примеры
Ο δάσκαλος εξίσωσε τις δυνάμεις των δύο ομάδων.
Учитель уравнял силы двух команд. · The teacher equalized the strength of the two teams.
Πρέπει να εξισώσουμε την εξίσωση σωστά.
Нам нужно правильно решить уравнение. · We need to solve the equation correctly.
Η αποζημίωση εξισώνει τις ζημιές που υπέστη.
Компенсация возмещает причиненный ущерб. · The compensation offsets the damage suffered.