Греческий словарь
с грамматикой

εξηγώ

[eksiˈɣo]глаголA2

Значения

1
объяснять, разъяснять
explain, clarify · εξηγώ τι σημαίνει — объяснить, что это значит
2
излагать, повествовать
describe, narrate · εξηγώ την ιστορία — излагаю историю

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξηγώ
εσύ
εξηγείς
αυτός
εξηγεί
εμείς
εξηγούμε
εσείς
εξηγείτε
αυτοί
εξηγούν
Аорист
εγώ
εξήγησα
εσύ
εξήγησες
αυτός
εξήγησε
εμείς
εξηγήσαμε
εσείς
εξηγήσατε
αυτοί
εξήγησαν
Будущее
εγώ
θα εξηγήσω
εσύ
θα εξηγήσεις
αυτός
θα εξηγήσει
εμείς
θα εξηγήσουμε
εσείς
θα εξηγήσετε
αυτοί
θα εξηγήσουν

Примеры

Μπορείς να μου εξηγήσεις αυτή την λέξη;
Можешь ли ты объяснить мне это слово? · Can you explain this word to me?
Ο δάσκαλος εξηγεί τα μαθηματικά με σαφήνεια.
Учитель объясняет математику ясно. · The teacher explains maths clearly.
Εξηγώ τις δυσκολίες που αντιμετωπίζω.
Описываю трудности, с которыми я сталкиваюсь. · I describe the difficulties I face.
Θα εξηγήσουν τη νέα πολιτική αύριο.
Они объяснят новую политику завтра. · They will explain the new policy tomorrow.